¶ Προσευχή.
[Προσευχή]
[παύση]
¶ Εισαγωγή.
Μ. Αθανάσιος: Την προηγούμενη φορά είχαμε μιλήσει για το θέμα της ειρήνης, ως καρπόν του Αγίου Πνεύματος, και ήδη βρισκόμαστε στον προτελευταίο καρπόν τον οποίον ο Απόστολος Παύλος αναφέρει μέσα στον κατάλογο αυτόν των καρπών του Αγίου Πνεύματος που βέβαια δεν περιορίζονται σε 7, σε 9, σε 10, σε έναν αριθμό, γιατί το Πνεύμα το Άγιο του Θεού δεν μπορεί να περιοριστεί σε καρπούς αλλά δρα και κινείται και δίδει την παρουσία του ας πούμε στον άνθρωπο, και είναι άπειροι οι καρποί του Αγίου Πνεύματος,
και στον κάθε άνθρωπο δίδεται αυτό που ο άνθρωπος μπορεί να δεχθεί.
Και όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, σε έναν άνθρωπον ο οποίος έχει μέσα του ε... διαθέσεις ας πούμε φυσικές, σ’ αυτά τα φυσικά προτερήματα που έχει ο άνθρωπος και στις φυσικές διαθέσεις, και στις φυσικές κλήσεις, προσθέτει ο Θεός τη δική του παρουσία, αγιάζει τα φυσικά δεδομένα του ανθρώπου, και αγιάζει τον άνθρωπο και τον καθαρίζει από κάθε αμαρτία, και φωτίζει τη διάνοιά του και την ύπαρξή του ολόκληρη, προκειμένου να τελειωθεί αυτός ο άνθρωπος εν Χριστώ,
να γίνει τέλειος εν Χριστώ άνθρωπος.
¶ Ο καρπός της χαράς.
Οι καρποί λοιπόν του Αγίου Πνεύματος είναι άπειροι. Όμως σε αυτόν τον κατάλογο των καρπών του Πνεύματος του Αγίου τον οποίο ο Απόστολος Παύλος μας παραθέτει, που αρχίσαμε να τους βλέπομε από τους τελευταίους προς τα πάνω, ο προτελευταίος καρπός προς τα πάνω είναι η χαρά. Η χαρά. «ὁ [δὲ] καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη» κτλ.
Ε... η χαρά είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, και βέβαια, είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος γιατί την όντως χαρά, την πραγματική χαρά, μόνον ο Θεός μπορεί να τη δώσει στον άνθρωπο, και μόνον εν τω Θεώ ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί αυτή την απόλυτη χαρά μέσα στην ύπαρξή του. Εξ υπαρχής ο Θεός παιδιά έπλασε τον άνθρωπο για να χαίρεται.
¶ Πλασμένοι να χαιρόμαστε.
Γι' αυτό και έπλασε πρώτα όλον τον κόσμο ο Θεός, όλη τη δημιουργία, έκαμε τα πάντα ο Θεός, και στο τέλος, έκαμε τον άνθρωπο. Ώστε, όταν θα δημιουργείται ο άνθρωπος, να είναι όλα τελειωμένα.
Όπως κάποιος που χτίζει ένα σπίτι ας πούμε και το τελειώνει, το επιπλώνει, το... ξέρω ‘γω του βάζει μέσα τα πάντα, τα πάντα, και ύστερα το παραδίδει ας πούμε ώστε να το χαρούν οι άνθρωποι και να πάνε στο σπίτι τους και να μην αισθανθούν καμιά ανάγκη, και να μην αισθανθούν καμιά έλλειψη, κατά τον ίδιο τρόπο και ο καλός Θεός έκαμε τον κόσμο όλο και τη δημιουργία όλη, και στο τέλος σαν κορωνίδα, σαν επιστέγασμα της δημιουργίας, έκαμε τον άνθρωπο ως εικόνα δική του, και ως όμοιον με τον Θεό,
και έκαμε τον άνθρωπο πραγματικά ως το πιο όμορφο δημιούργημά του. Το πιο τέλειον και το πιο όμορφο δημιούργημα του Θεού είναι ο άνθρωπος. Δεν υπάρχει κάτι ωραιότερο από τον άνθρωπο, ούτε πιο τέλειο από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα της δημιουργίας, το στεφάνι, η κορώνα, το στέμμα της δημιουργίας. Και έγινε ακριβώς για να απολαύσει
¶ Ο καλός Πατέρας.
τον Θεό ως πατέρα του, και να χρησιμοποιήσει όλο αυτόν τον κόσμο, τον χτιστό κόσμο που έκαμε ο Θεός, σαν ένα μέσον για να δει τη μεγάλη αγάπη του Θεού. Όπως εμείς, έτσι; Ένας άνθρωπος, που αγαπά ξέρω ‘γω την οικογένειά του, τη γυναίκα του, ένας άντρας, που κάμνει ξέρω ‘γω ένα ωραίο όπως είπαμε σπίτι, και κάνει τα πάντα ας πούμε, θυσιάζει όλες τις οικονομίες του και κάνει ας πούμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να κάμει εκείνο το σπίτι του όσο δυνατόν καλύτερο.
Για να δείξει και μέσα από αυτό, όχι μόνο μέσα από αυτό αλλά και μέσα από αυτό, την πολλήν του αγάπη για τη γυναίκα του, για τα παιδιά του, και φροντίζει και την παραμικρή λεπτομέρεια και να είναι όλα πλούσια μέσα, και να είναι όλα όμορφα και εύχρηστα. Έτσι και ο καλός Θεός έκαμε τον κόσμο, τόσο όμορφο και τόσο ωραίο που και η ωραία ελληνική λέξη τον ονομάζει κόσμο, στολίδι δηλαδή, κόσμημα.
Ώστε ο άνθρωπος στον τέλος, δημιουργούμενος ο άνθρωπος να απολαύσει αυτόν τον κόσμο, και να ευχαριστήσει τον Θεό. Να καταλάβει πόσον τον αγαπά ο Θεός και του έδωσε αυτόν όλον τον κόσμο ακριβώς για να χαίρεται ο άνθρωπος. Η χαρά είναι ένα στοιχείο που είναι μέσα στην ύπαρξή μας.
¶ Παράδεισος της χαράς.
Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να χαίρεται και είναι μέσα στην ίδια την ύπαρξή του η χαρά. Και αυτό φαίνεται εξ υπαρχής της δημιουργίας του. Γι' αυτό ονομάζει η Γραφή τον παράδεισο, τον χώρο δηλαδή στον οποίο ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο, τον ονομάζει παράδεισον της τρυφής. Παράδεισον δηλαδή της χαράς, της απόλαυσης, της ευτυχίας, της... μακαριότητος.
¶ Η πτώση κάνει την χαρά πόνο.
Είναι πλασμένος λοιπόν ο άνθρωπος όντως για να χαίρεται. Είναι μέσα στη ζωή μας η χαρά, μες την ύπαρξή μας. Είναι ανάγκη του εαυτού μας, να χαιρόμαστε. Όμως, αυτό το χάρισμα, αυτή η... το προτέρημα, το ιδίωμα της φύσεώς μας, δυστυχώς, και αυτό μαζί με όλα τα άλλα, μετά το γεγονός της πτώσεώς μας, συνετρίβηκε και αυτό και ο άνθρωπος έφυγε από την όμορφη αυτήν χαρά και εμπήκε μέσα στον πόνο.
Γι' αυτό βλέπετε το αποτέλεσμα της πτώσεως ήταν οι λύπες, ο κόπος, ο θάνατος, οι αρρώστιες, όλα αυτά τα δυσάρεστα τα οποία δυστυχώς εμπήκαν μέσα στη ζωή μας.
Και υπετάγη ο άνθρωπος σ’ αυτά και μαζί με τον άνθρωπο υπετάγη και όλη η χτίσις μέσα στη φθορά και στην ακαταστασία και στον πόνο και στη θλίψη, μέχρις ότου ο Χριστός γενόμενος άνθρωπος ανασκεύασε τον άνθρωπο και σταμάτησε αυτή την... κατάσταση που υπήρχε στον κόσμο, γενόμενος ο ίδιος ο νέος Αδάμ, ο νέος άνθρωπος, και κάνοντας εμάς δικά του παιδιά. [παύση] Το να χαιρόμαστε λοιπόν είναι ιδίωμα της φύσεώς μας. Το να μη χαιρόμαστε, είναι κάτι που δεν μας ταιριάζει,
δεν το θέλομε. Γι' αυτό και ο άνθρωπος δεν αναπαύεται ποτέ εις τη θλίψη, εις τον πόνο, δεν το θέλει ο άνθρωπος τον πόνο. Όσο και... να το φιλοσοφήσει κανείς, ο εαυτός μας δεν ταυτίζεται με τη θλίψη. Ταυτίζεται με τη χαρά. Όμως δυστυχώς όπως είπαμε, μεταπτωτικά, εμπήκε πλέον ο πόνος και η θλίψη στη δική μας ζωή.
¶ Η χαρά του Κυρίου.
Γι' αυτό ο Χριστός όταν αναστήθηκε, και συνάντησε τους πρώτους ανθρώπους, τις μυροφόρες γυναίκες, μετά την ανάστασή του, το πρώτο πράγμα που τους είπε ήταν, χαίρετε. Έτσι; Έπαυσεν ο Θεός δηλαδή τη θλίψιν και τον πόνο των ανθρώπων και τους έδωσεν τη δική του χαρά. Τους έδωσεν τη χαράν τη δική του, όχι τη χαράν την κοσμική. Γιατί εδώ είναι η τεράστια διαφορά.
¶ Οι χαρές του κόσμου.
Υπάρχουν χαρές και χαρές στον κόσμο τούτο. Υπάρχει χαρά την οποία υπόσχεται ο κόσμος, έτσι; Να πάμε λέει να χαρούμε, να διασκεδάσομε, να γλεντήσομε, ελάτε όλοι μαζί να χαρούμε ξέρω ‘γω κάτι πινακίδες που γράφουν, κάτι διαφημίσεις, οι οποίες βέβαια εντάξει, χαρές είναι και αυτές, αλλά ε... δεν μπορούν να... να συγκριθούν με τη χαρά του Θεού.
¶ Διαφορά χαρά Κυρίου/κόσμου.
Γιατί η τεράστια διαφορά της χαράς του κόσμου από τη χαρά του Θεού, είναι ότι η χαρά του κόσμου τούτου, είναι ένα γεγονός γενόμενο και απογενόμενο. Δηλαδή είναι ένα γεγονός που γίνεται και σταματά κάποια στιγμή. Έχω ένα χαρούμενο γεγονός στη ζωή μου, ξέρω ‘γω επέρασα τα μαθήματά μου, εκέρδησα το λαχείο μου, ξέρω ‘γω επέτυχα κάτι στη ζωή μου, χαίρομαι. Είναι ένα γεγονός που συμβαίνει έξω από μένα, δέχομαι το ερέθισμα αυτό της χαράς και χαίρομαι και εγώ μέσα μου.
Η χαρά όμως η δική μου διαρκεί όσον διαρκεί το γεγονός εκείνο. Εάν παύσει το γεγονός εκείνο να διαρκεί, το εξωτερικό γεγονός από τα έξω προς τα μέσα, τότε παύει και η δική μου χαρά. Και βέβαια, ε... όλα αυτά απειλούνται συνεχώς από το γεγονός του ότι η ίδια η ζωή μας δεν μας υπόσχεται μιαν αμετάβλητη χαρά. Έτσι, ό,τι και να κάμομε, ό,τι και αν ας πούμε φανταστούμε, δεν είναι δυνατόν να έχομε μιαν αμετάβλητη χαρά στη ζωή μας. Κάποια στιγμή τα πράγματα θα μεταβληθούν.
¶ Ο αναπόφευκτος εφιάλτης.
Και αν υποθέσομε ακόμα αυτό το οποίο είναι ουτοπία, αλλά και αν υποθέσομε ότι σε έναν άνθρωπο όλα τα γεγονότα της ζωής του είναι τόσο όμορφα, τόσο ωραία, τόσο ιδανικά, που τέλος πάντων ο άνθρωπος αυτός γεννιέται, μεγαλώνει, και ζει τη ζωή του ολόκληρη σε μιαν αδιάλειπτη χαρά λόγω των εξωτερικών γεγονότων, αφού όλα του είναι τόσο καλά και τόσο όμορφα και τόσο ωραία και δεν έχει ούτε ένα στοιχείο της ζωής του που να προκαλεί θλίψη, παρά ταύτα όμως υπάρχει ένα γεγονός, αναπόφευκτο,
το οποίον οπωσδήποτε λειτουργεί σαν εφιάλτης για τη χαρά και την ευτυχία του ανθρώπου. Και αυτό είναι ο θάνατος. Ο θάνατος αφανίζει τη χαρά του ανθρώπου.
¶ Το αναπόφευκτο τέλος.
Και ο θάνατος όχι μόνο ως γεγονός που θα το συναντήσομε ξέρω 'γω στο τέλος της ζωής μας, ένα γεγονός που θα μας μεταφέρει σε μια άλλη διάσταση, αλλά ο θάνατος ο οποίος ενεργείται ανά πάσα στιγμή πάνω στην ύπαρξή μας, έτσι; Κάθε λεπτό το οποίο περνά, απεργάζεται τον θάνατό μας. Μας αφαιρεί ένα τμήμα από τη ζωή μας. Αν πούμε ότι η ζωή μας είναι ένα οικοδόμημα, ο θάνατος, ο χρόνος, μας αφαιρεί μια πέτρα. Ξέρω ‘γω κάθε μια ώρα φύγει και μια πέτρα. Όσες πέτρες και να έχεις, κάποια στιγμή θα λείψουν.
Διότι συνέχεια αφαιρούνται, αφαιρείται. Ο χρόνος, είναι, τα μόρια του θανάτου, που αναπόφευκτα με οδηγούν εις τη φθορά. Το γήρας. Μπορεί να πεις ότι ναι, θα είμαι υγιής, έτσι, όπως λέμε ας πούμε, σαν την υγεία δεν έχει, να έχομε υγεία. Ε, ας έχομε υγεία. Να έχομε, γιατί να μην έχομε. Αλλά όση υγεία και να έχομε, ο χρόνος που λειτουργεί πάνω μας δεν μας φθείρει, δεν μας κάνει γηραιότερους, δεν μας οδηγεί αναπόφευκτα στο βιολογικό τέλος;
¶ Ό,τι λήγει δεν αναπαύει.
Άρα, η χαρά, η εξωτερική χαρά, η χαρά του κόσμου τούτου, είναι μια χαρά η οποία απειλείται, από τον θάνατο τον ίδιο και τα μόρια του θανάτου, και όλα τα γεγονότα που απαρτίζουν τη δυσκολία της ανθρώπινης ζωής μας, και έχει ημερομηνία λήξεως. Και ένα πράγμα το οποίον λήγει για τον άνθρωπο δεν τον αναπαύει. [παύση]
¶ Το ξένο δεν αναπαύει.
Ε... δεν ξέρω αν... αν συμβαίνει και σε εσάς αυτό το πράγμα αλλά ένα πράγμα που είναι ξένο, δεν μας αναπαύει. Για να αναπαυθούμε πρέπει αυτό το πράγμα να είναι δικό μου. Δηλαδή... είμαι εδώ ας πούμε, αυτός ο χώρος είναι δικός μου, ή αν ξέρω ας πούμε ότι είμαι για μια μέρα, ε θα το χαρώ μια μέρα και δεν είναι δικό μου και οπωσδήποτε θα φύγω.
¶ Μόνο η αιωνιότητα αναπαύει.
Κάθε πράγμα που έχει ημερομηνία λήξεως, είναι πεπερασμένο, είναι περιορισμένο, δεν μπορεί να αναπαύσει τον άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τον Θεό, να είναι εικόνα του απείρου Θεού. Ο Θεός είναι άπειρος, δεν χωρείτε πουθενά, δεν είναι περιορισμένος, δεν έχει ημερομηνία λήξεως, έχει μια άπειρη διάσταση. Ο άνθρωπος αναπαύεται μόνο σ’ αυτή την άπειρη διάσταση του Θεού.
Σε πράγματα περιορισμένα, τα οποία λήγουν και τα οποία ας πούμε είναι φθαρτά και εφήμερα, δεν μπορεί κατ' ουσία να αναπαυτεί. Ίσως μπορεί να βρει μια προσωρινή ξεκούραση, αλλά ανάπαυση και χαρά δεν μπορεί να βρει ο άνθρωπος σ' αυτά τα πράγματα. Χαίρεται σ’ αυτό το οποίο είναι απόλυτα δικόν του και είναι αιώνια δικόν του. Ο άνθρωπος αναπαύεται εις την αιωνιότητα.
¶ Μια βαθιά, αιώνια χαρά.
Αυτή η χαρά λοιπόν του Θεού, είναι μια κατάστασης η οποία δίδεται μέσα στο είναι του ανθρώπου, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου όπως λένε οι Πατέρες, μες το βάθος της υπάρξεώς μας. Και όπως λέει ο Χριστός για την ειρήνη, που όλα είναι καρποί του Άγιου Πνεύματος, η «εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν». Σας δίδω τη δική μου ειρήνη που δεν μοιάζει με την ειρήνη που δίδει ο κόσμος, λέει ο Χριστός.
Το ίδιο πράγμα ισχύει και για τη χαρά. Η χαρά του Θεού, δεν είναι μια χαρά που μοιάζει με τις χαρές του κόσμου τούτου, αλλά εάν τις συγκρίνεις, είναι όπως το φως με το σκοτάδι. Είναι όπως ένα πράγμα το οποίον είναι... υλικό και ένα πράγμα το οποίο είναι άυλον, και είναι ξέρω ‘γω αιώνιο, δεν φθείρεται.
¶ Γεννά βεβαιότητα/δεν άρετε.
Η χαρά του Θεού που πηγάζει μες την καρδιά του ανθρώπου, δεν εξαρτάται από τα εξωτερικά πράγματα ούτε από τα εξωτερικά ερεθίσματα, και δεν μεταβάλλεται ούτε λήγει ποτέ. Γι' αυτό τον λόγο και γεννά μέσα στην καρδιά του ανθρώπου μιαν βεβαιότητα. Έτσι; Κανείς δεν μπορεί να άρει τη χαρά του Θεού από την καρδιά του ανθρώπου, κανείς απολύτως.
¶ Δεν είναι αναισθησία.
Θα μου πεις τώρα, καλά, όταν ο άνθρωπος βλέπει γύρω του τόσες θλίψεις, τόσες δυσκολίες, τόσο πόνο, μπορεί να χαίρεται; Είναι αναίσθητος τούτος ο άνθρωπος; Και τι είναι αυτή η χαρά; Είναι όπως εκείνο το τραγούδι που λέει, έχω μια χαρά τραλαλά; Τι είναι αυτή η χαρά, είναι χαζοχαρούμενος τούτος ο άνθρωπος του Θεού; Δεν μετέχει στον πόνο των άλλων; Ε... ακριβώς εδώ είναι το μυστήριο. Ότι,
¶ Χαρά που γλυκαίνει τον πόνο.
ο άνθρωπος του Θεού αδιαλείπτως χαίρεται όπως λέγει η Γραφή, χαίρεται αδιαλείπτως, αλλά ταυτόχρονα μετέχει και στον πόνο και στη θλίψη όλων των ανθρώπων, γιατί αυτή η χαρά δεν είναι ε... ασύνδετη με την αγάπη.
Και μπορεί να θρηνεί ο άνθρωπος, μπορεί να πονά και να πονά σε μεγάλο βαθμό για τον πόνο του κόσμου όλου, αλλά όμως μες το βάθος του είναι του υπάρχει η χαρά όχι της αναισθησίας, ως προς τον πόνο, αλλά η χαρά της παρουσίας του Θεού η οποία παρουσία του Θεού γλυκαίνει τον πόνο των ανθρώπων και γλυκαίνει τον πόνο όλου του κόσμου. Και έχει άλλα αισθητήρια ο άνθρωπος αυτός και άλλον τρόπο που βλέπει και αντιμετωπίζει τα πράγματα.
Έτσι, την καρδιά του κανείς δεν μπορεί να τη συλήσει, δεν μπορεί να τη λεηλατήσει την καρδιά του, και κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει τη χαρά του Θεού από την καρδιά του ανθρώπου, γι' αυτό ο άνθρωπος αυτός αδιαλείπτως χαίρεται. Αφού η χαρά επήγασε από τον ίδιο τον Χριστό, και μας την έδωσε ο Χριστός.
¶ Ο χαιρετισμός στις μυροφόρες.
Γι' αυτό και ο χαιρετισμός, χαίρεται, είναι ακριβώς χαιρετισμός ευαγγελικός. Είναι ο χαιρετισμός που ο ίδιος ο Χριστός είπε εις τις μαθήτριες, τις μυροφόρες γυναίκες, και τον οποίο βέβαια και εμείς λέμε και μας θυμίζει ακριβώς τη μεγάλη χαρά η οποία εδόθη δια της Αναστάσεως του Κυρίου μας, και ακριβώς γιατί από την Ανάσταση, λόγω του ότι η Ανάσταση κατήργησε τον θάνατο.
¶ Χαρά εν μέσω μιζέρια κ’ δυσκολίες.
Και αυτό γίνεται μέσα στο βάθος του ανθρώπου. Δεν εξαρτάται από εξωτερικά γνωρίσματα. Μπορεί γύρω μας τα πάντα να είναι μαύρα, μπορεί γύρω μας να υπάρχει μια μιζέρια και μια δυσκολία τεράστια, είτε από τις κακίες των ανθρώπων, είτε από την πραγματικότητα που είναι γύρω μας, είτε από τη φυσική μας κατάσταση έτσι; Μπορεί να είμαστε προ του θανάτου, προ του θανάτου, κι όμως η καρδιά μας να είναι γεμάτη χαρά.
Γιατί αυτή η παρουσία του Θεού, αυτή η παρουσία του καρπού του Αγίου Πνεύματος δεν μας εγκαταλείπει ποτέ.
¶ Οι χαρούμενοι ετοιμοθάνατοι.
Δεν ξέρω αν είδατε καμιά φορά ανθρώπους να πεθαίνουν, τις τελευταίες τους στιγμές. Εγώ έτυχα να δω μερικούς ανθρώπους να πεθαίνουν, και πραγματικά μου έκανε τεράστια εντύπωση ότι αυτοί οι άνθρωποι που ήταν άνθρωποι του Θεού, άνθρωποι προσευχής, κυριολεκτικά έλαμπαν από τη χαρά τους. Ένα παράξενο πράγμα. Η ώρα του θανάτου για αυτούς, δεν ήταν η ώρα της τραγωδίας τους ας πούμε, αλλά η ώρα που η καρδιά τους κυριολεκτικά πλημμύριζε από τη χαρά αυτή του Θεού, η οποία νικούσαν το θάνατο.
¶ Ο γερο Θεοφύλακτος.
Θυμάμαι ένα γεροντάκι που είμαστε στη σκήτη, ο γερο Θεοφύλακτος, 20 λεπτά περίπου πριν κοιμηθεί τελείως. Πριν ξεψυχήσει που λέμε. Ήμουν εκεί, τον ρωτάω, πάππου, φοβάσαι που θα πεθάνεις; Και ήταν τυφλός αυτός χρόνια. Του έκαναν αέρα με μια φούσκα έτσι εκεί, δεν είχε μέσα στο Όρος εκεί, και δεν μπορούσε να αναπνεύσει και έβγαλε αυτό το πράγμα και άνοιξε τα μάτια του και έλαμπε από τη χαρά. Και λέει μου, όχι! Λέγω αδιαλείπτως την Ευχή. Μια χαρά λες και πήγαινε στο γάμο. Ναι.
Και έλαμπε το πρόσωπό του.
¶ Ετοιμοθάνατοι μακρά του Θεού.
Λοιπόν, ε... έχω δει βέβαια και άλλους ανθρώπους που δεν ήταν κοντά στον Θεό. Ε... πραγματικά είναι τραγωδία ας πούμε. Εκείνη την ώρα βλέπεις και καταλαβαίνεις τον άνθρωπον. Έτσι. Πώς είναι ο άνθρωπος. Είναι αβοήθητος, είναι μόνος, είναι γυμνός, δεν έχει ας πούμε από που να κρατηθεί. Και αν δεν έχει πράγματι μέσα του τούτο το στήριγμα που νικά τον θάνατο, είναι όντως τραγωδία η ζωή του,
και ύπαρξής του. Ενώ αντίθετα, η παρουσία του Θεού όντως νικά τον θάνατο και τον άνθρωπο τον βοηθά και τον κρατά σ’ αυτήν τη χαρά τη μεγάλη. Τώρα,
¶ Πώς γεννιέται η χαρά του Θεού.
πώς γεννιέται η χαρά του Θεού μες την καρδιά του ανθρώπου; Ωραία, λέμε γι' αυτό αλλά πώς γίνεται αυτή η χαρά; [παύση] Έχει ένα λόγο ένας αββάς της Εκκλησίας, ασκητικός πατέρας, που λέει, περί της χαράς της γενομένης εν την καρδία του ανθρώπου, όταν αρχίζει ο άνθρωπος να εργάζεται τις εντολές του Θεού.
Όταν ο άνθρωπος αρχίζει ε... να... να αγωνίζεται πνευματικά, και να εργάζεται την εργασία των εντολών του Θεού, και κοπιάζει σε αυτήν την εργασία, και σίγουρα αγωνίζεται, παλεύει ας πούμε, ο άνθρωπος αυτός, και προσπαθεί, τότε, σίγουρα κοπιάζει πολύ και καμιά φορά δυσκολεύεται και πάρα πολύ, όμως, σιγά σιγά μες την καρδιά του αρχίζει να ανατέλλει αυτή η πρώτη αχτίδα της χαράς του Θεού.
Η οποία χαρά του Θεού του δίδει τη δύναμη και την παρηγοριά να συνεχίσει τον αγώνα του αγωνιζόμενος με προθυμία εις την τήρηση των εντολών του Θεού μέσα από τις εντολές του Θεού που αναβλύζει ακριβώς αυτή η μεγάλη χαρά, το ότι ο άνθρωπος κοπιάζει και τρέχει αγωνιζόμενος για τον δεσπότη Χριστόν.
¶ Ο αγώνας γεννά ζήλο/προθυμία.
Γιατί; Γιατί όταν αγωνίζεται ο άνθρωπος, τότε έχει μέσα του μια μεγάλη προθυμία. Γεννάται μες την καρδιά του ένας ζήλος πολύς. Πολύς ζήλος, μια μεγάλη προθυμία, μια μεγάλη χαρά, όχι γιατί υποφέρει πράγματα, όχι. Δεν είναι για τα βασανιστήρια που χαίρεται, αλλά γιατί; Γιατί αποβλέπει, βλέπει μπροστά του, τον Χριστόν.
Έτσι, τι λέει ο Απόστολος Παύλος; Εμείς λέει αδελφοί, έχοντας τόσο νέφος μαρτύρων μπροστά μας, «τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα», τρέχομε αυτόν τον αγώνα που έχομε μπροστά μας, «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν». Γιατί βλέπομε συνέχεια μπροστά μας, τον αρχηγόν της πίστεώς μας, και τον τελειωτήν της πίστεώς μας, τον Χριστόν. Αυτό το πρόσωπο είναι που για μας αποτελεί την πηγή της χαράς. Αγωνίζομαι, κοπιάζω, ταλαιπωρούμε, θλίβομαι, γιατί βλέπω μπροστά μου τον Χριστό.
Βλέποντας τον Χριστό μπροστά μου, και αγωνιζόμενος να τον φτάσω, να τον κερδίσω, να τον αποκτήσω, τότε πραγματικά εξουδετερώνονται όλα τα ανθρώπινα πράγματα. Σας είπα και άλλες φορές νομίζω,
¶ Το μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου.
θα σας επαναλάβω όμως έτσι μια σκηνή που πραγματικά με έκαμε τεράστια εντύπωση, και... την είδα αυτή τη σκηνή- τη διάβασα στο βίο του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, και μετά την είδα παραλλαγμένη ε... στις μέρες μας.
Λέγει στο βίο του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος ήταν νεαρός άνθρωπος, είκοσι χρονών, ε... ένα από τα φρικτά μαρτύρια που τον υπέβαλαν οι ειδωλολάτρες, ήταν ακριβώς όταν τον έριξαν- τον πήγαν στο στάδιο, εκείνο τον ιππόδρομο, και πήραν εκείνα τα σιδερένια παπούτσια, τα οποία ήταν γεμάτα καρφιά μέσα, σιδερένια, τα επύρωσαν εις τη φωτιά και γίναν κατά κόκκινα, και είχαν άλογα δυνατά και που έτρεχαν, έδεσαν τον Άγιο Γεώργιο πίσω από τα άλογα, του φόρεσαν τα παπούτσια τα σιδερένια τα πυρακτωμένα
με τα καρφιά μέσα, και άρχισαν να τρέχουν. Και βέβαια γύρω γύρω όλοι ας πούμε χειροκροτούσαν και φώναζαν. Ειδωλολάτρες άνθρωποι. Λοιπόν, λέγει εκεί το μαρτύριο του Αγίου, ο βίος του. Ότι έπρεπε δύο τι να γίνουν. Έπρεπε... ποιος μπορεί να πατήσει σε παπούτσια με καρφιά μέσα; Εδώ μια πέτρα έχει καμιά φορά το παπούτσι μας μέσα, και μέχρι να τη βγάλομε κάνομε και πληγές ας πούμε. Δεν μπορούμε, δεν ανεχόμαστε το παραμικρό πράγμα μες το παπούτσι μας. Όχι να έχει και καρφιά.
Και να είναι και σιδερένια τα παπούτσια, και να είναι και πυρωμένα, και να σου βάλλουν ξυπόλυτα τα πόδια σου μέσα. Τον έβαλαν λοιπόν μέσα και άρχισαν να τρέχουν. Και άλλοι να γιουχαΐζουν στην... στις κερκίδες. Και τι λέει τότε ο βίος; Ο δε μάρτυς του Χριστού Γεώργιος, έλεγε λέει, «τρέχε Γεώργιε ίνα λάβεις τον ποθούμενο Κύριον». Τρέχε, έλεγε του εαυτού του, Γεώργιε, για να λάβεις τον ποθούμενο Κύριον.
Βλέποντας τον ποθούμενο Κύριον ενώπιον του, έτρεχε μετά τόσης προθυμίας, που όχι μόνο δεν τον παρέσυραν τα άλογα, αλλά ξεπέρασε τα άλογα. Γιατί; Διότι η αγάπη του Θεού και η όραση του Θεού μπροστά του, έσβησε όλα τα άλλα πράγματα και του έδωσε τη δύναμη εκείνη και τη χαρά εκείνη η οποία εξουδετέρωσε την ανθρώπινην φύση. Τώρα να πάω σε αυτό το οποίον... είπαμε με το σύγχρονο.
¶ Ο γερο Σέργιος.
Όταν ήμουν στο Όρος, ε... ένα διάστημα ήμουν θυρωρός, στο μοναστήρι, και έκαμνα καφέδες και... τους επισκέπτες. Αρχοντάρης όπου λέμε και θυρωρός. Εκεί είχε ένα γεροντάκι, ο οποίος έμενε μιάμιση ώρα μακριά από μας, με τα πόδια. Μακριά, στη Σκήτη, και βέβαια για να έρθει στις Καρυές έπρεπε να περάσει από το μοναστήρι μας, χωρίς ζώα, με τα πόδια πάντοτε, μιάμιση ώρα να κατέβει και μιάμιση ώρα να ανέβει, και όταν λέμε μη νομίζετε δρόμους σαν της Λευκωσίας, έτσι; Μονοπάτια, μες τα δάση, μες τα βουνά.
Φορτωμένος πάντοτε, με τον τορβά, εκείνον τον αγιορείτικο τορβά που είναι ένα μεγάλο... σακούλι ας το πούμε με δύο αυτά που το βάζουν στην πλάτη και φορτώνουν μέσα τα πάντα, γεροντάκος, καμπούρης, ελεεινός, ε... ταλαιπωρημένος. Πάντοτε οπότε ερχόταν εκεί, τι κάνεις γέροντα; Πεινάω, έλεγε ο καημένος. Δεν είχε τίποτα να φάει. Του βάζαμε κάτι εκεί να φάει στο μοναστήρι αφού έτσι ήταν και... η αποστολή των μονών, αλλά ήταν πάντοτε χαρούμενος. Τι γίνεται γέροντα; Δόξα συ ο Θεός. Μια βαριά φωνή έτσι.
Λοιπόν, και κουβαλούσε πράγματα. Μα τριάντα-σαράντα κιλά στην πλάτη, και αυτό ήταν. Κάθε ένα-δυο μέρες περνούσε. Τι έκανε; Ψώνιζε για όλους τους ασκητές της περιοχής. Του λέω μια φορά για να τον πειράξω, καλά ευλογημένε, δεν έρχεται κανένας άλλος; Όλο εσύ έρχεσαι; Ε αφού έρχομαι που έρχομαι, λέω να ψωνίσω κιόλας. Ε δεν έρχονταν που έρχονταν, ερχόταν για αυτόν τον σκοπό. Δηλαδή ερχόταν για να ψωνίσει, αλλά... και ήταν η δουλειά του.
Του λέω μια φορά άλλη, του λέω, καλά γέροντα, δεν έρχεται κανείς άλλος; Λέει, οι άλλοι έχουν δουλειά ρε παιδάκι μου. Εγώ δεν έχω τίποτα να κάνω. Πηγαίνω και έρχομαι. Βόλτα κάνω. Όταν επέθανε, εντωμεταξύ φορούσε πάντοτε ε... γαλότσες, έτσι, ποδίνες που λέμε στον Κύπρο. Όταν εκοιμήθη, και πήγαμε να τον... ενταφιάσομε το γεροντάκι αυτό, και του έβγαλαν τα παπούτσια του, τα πόδια του είχαν λιώσει από κάτω και φαίνονταν τα κόκκαλα.
Και αυτό το γεροντάκι με αυτό το πράγμα, έτσι, με αυτά τα λιωμένα πόδια ας πούμε, επήγαινε και ερχόταν τρεις-τέσσερις φορές τη βδομάδα, τόσες ώρες δρόμο, φορτωμένος, φορτωμένος πολλά κιλά. Και... ξέρετε, επειδή... μ’ ελαφράν την καρδία, παππού θα πας στις Καρυές; Ναι. Φέρε μου και εμένα τρία ψωμιά. Να σου φέρω. Φορτώνονταν και εκείνα. Φέρε μου και εμένα ξέρω ‘γω... δυο κιλά κρεμμύδια. Να σου φέρω.
Ήταν σαν το γαϊδουράκι. Φορτωμένος πράγματα συνέχεια, νηστικός μια ζωή διότι ποτέ δεν μαγείρευε αφού το καλυβάκι του ήταν μια τρύπα, δεν ήταν ούτε... ούτε άνθρωπος μπορούσε να μείνει εκεί μέσα, χειμώνας, μες τα χιόνια, μες τα κρύα, μες τις ζέστες του καλοκαιριού, να πηγαινοέρχεται σαν το καλό υποζύγιο του Χριστού όπως λέγει σε μια διήγηση του Γεροντικού, το καλό υποζύγιο του Χριστού, και στο τέλος πραγματικά τα πόδια του είχαν λιώσει από αυτήν την πορεία, το πρόσωπό του όμως,
έθαλλε, έτσι ήτανε ευφραινόμενο, μέσα σ’ αυτήν την απόλυτη χαρά. Έχω τόσα χρόνια, και θυμάμαι αυτόν τον γερο Σέργιο, μπροστά μου να κουβαλά πράγματα και να λάμπει. Ποτέ δεν έκανε παράπονο για τίποτα, τίποτα. Έλεγε, - πεινάω. - Ε δεν έχει φαΐ. - Δεν πειράζει, έλεγε. - Ε καλά κάτι θα βρούμε. Ε αν βρούμε καλά είναι. Ούτε παράπονα, ούτε διαμαρτυρίες, ούτε... καμιά φορά το έκαναν επίτηδες, να δούμε ας πούμε. Θα αντιδράσει, θα... θα πει; [ασαφής]
Πεινάω. Μα κάθε φορά πεινάς ευλογημένε, του λέγαμε, κάθε φορά πεινάς; Ε τι να κάνομε, πεινάω, άνθρωπος είμαι, έλεγε. Ποτέ δεν θύμωσε, ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε, ποτέ δεν γόγγυσε, τίποτα. Γιατί; Ούτε αναίσθητος ήταν, ούτε μαζοχιστής ήταν, ούτε τρελός ήταν. Αλλά, μέσα από τον κόπον αυτόν της εργασίας των εντολών του Θεού, ανέβλυζε αυτή η μεγάλη Χάρης, η μεγάλη χαρά.
Και πράγματι ο άνθρωπος ο οποίος ζητά την πραγματική χαρά, αυτός θα τη βρει μέσα σε αυτήν την- τον αγώνα τον καθημερινό που κάμνει, προκειμένου να... να είναι πάντοτε ενωμένος μαζί με τον Θεό.
¶ Χαρά από θλίψη/πόνο.
Γιορτάσαμε χτες την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, και τι λέμε για τον Σταυρό; Λέμε ότι,«ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ, ...» «... χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Δια του Σταυρού ήρθε Χαρά σ’ όλον τον κόσμο. Καλά, μα πώς είναι δυνατόν να έρθει η χαρά, αφού ο Σταυρός είναι... θλίψης, είναι κόπος, είναι φονικό όργανο, ήταν φονικό όργανο. Όμως, ακριβώς το παράδοξο του Ευαγγελίου αυτό είναι.
Ότι, δια του θανάτου έρχεται η ζωή, δια του Σταυρού έρχεται η χαρά, δια του κόπου έρχεται η ανάπαυσης. Και ο άνθρωπος κοπιάζοντας και αγωνιζόμενος και... πεθαίνοντας καθημερινά ας πούμε σ’ αυτόν τον αγώνα, τότε ευρίσκει την πραγματική χαρά. Και λέγει εκείνο το ωραίο που το λέω συχνά και πράγματι όσες φορές και να το πει κανείς παραμένει πάντοτε δυνατό, ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι, όπως λέγει η Εκκλησία στο τροπάριο, της όντως χαράς σημείο. Είναι το σημείο της πραγματικής χαράς.
¶ Σταυρός σημαίνει κόπος/πόνος.
Λοιπόν, από τον Σταυρό λοιπόν πηγάζει η χαρά. Από το Σταυρό που σημαίνει ότι... πορεύομαι τη ζωή μου αγωνιζόμενος, κοπιάζοντας, αποθνήσκοντας, με τα χαράς αίροντας πάνω μου τον Σταυρό. Σταυρός είναι ο καθημερινός μας δρόμος. Ο κόπος, ο μόχθος, οι... οι δυσκολίες, ή οποιαδήποτε δυσκολία συναντώ ανά πάσα στιγμή. Αυτά όλα αποτελούν το Σταυρό μου. Αυτός ο Σταυρός, όταν τον σηκώνομε, βλέποντας εις τον Χριστό, ο Χριστός είναι αυτός που θα κάμει τον Σταυρό χαρά.
Ένας Σταυρός, από μόνος του δεν λέει τίποτα.
¶ Ο σουλτάνος και το χαλί.
Κάποτε, ε... ένας Τούρκος σουλτάνος, για να δοκιμάσει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, όχι τον Βαρθολομαίο που είναι φίλος του Κυριάκου, αλλά τότε που ήταν η Τουρκοκρατία – ξέρετε εμείς οι Χριστιανοί δεν πατούμε το Σταυρό, έτσι; Όταν δούμε το Σταυρό κάτω, γι' αυτό απαγορεύεται να τυπώνομε το Σταυρό κάτω στο έδαφος, έτσι; Δεν το κάνομε αυτό. Παρόλο που από απροσεξία πολλές φορές το κάνομε αλλά τέλος πάντων αποφεύγομε, δεν κάνομε αυτό το πράγμα.
Ένας σουλτάνος λοιπόν, ξέροντας ότι ο Πατριάρχης δεν πατούσε τον Σταυρό, για να τον φέρει σε πειρασμόν κτλ, ε... παρήγγειλε ένα χαλί που ήταν γεμάτο σταυρούς. Και το έστρωσε το χαλί μπροστά του, και κάλεσε τον Πατριάρχη να έρθει να το συναντήσει.
Και έκατσε αυτός, δεν ξέρω, θα έχετε πάει αρκετοί από εσάς στην Τουρκία τώρα που πάνε ας πούμε διάφορες ομάδες, στο Τοπ Καπί, εκεί που δέχεται... δεχόταν μάλλον ο σουλτάνος τους υπηκόους του, στο παλάτι, έβαλε το χαλί κάτω, και έρθει ο Πατριάρχης να τον συναντήσει. Μπαίνει μες την αίθουσα ο Πατριάρχης, κοιτάει ότι ο σουλτάνος ήταν εκεί, και ένα χαλί μπροστά όλο σταυρούς. Τι να κάμει τώρα; Να πατήσει το σταυρό... αμαρτία. Θα έβρισκε αφορμή ο σουλτάνος να τον χλευάσει για την πίστη του.
Πάλι πώς θα πάει να συναντήσει τον σουλτάνο που τον θέλει, και τον εκάλεσε; Μπαίνει μέσα, βλέπει το χαλί, έξυπνος και ο Πατριάρχης, τον φώτισε και ο Θεός, κάνει το Σταυρό του, σκύβει και προσκυνά τον ένα Σταυρό κάτω, και λέει, ο Σταυρός του Χριστού ήταν ένας, οι άλλοι ήταν των ληστών, και τους επάτησε και ... [ακροατήριο γελά] και πήγε.
¶ Ο καταραμένος σταυρός αγιάζεται.
Λοιπόν... ο Σταυρός, οι θλίψεις δηλαδή, οι δοκιμασίες, ο κόπος κτλ, δεν είναι αφ’ εαυτού τους καλά. Ποιος είναι αυτός που τα κάμνει καλά; Ο Χριστός. Ο εσταυρωμένος Χριστός είναι αυτός που αγίασε το ξύλο του Σταυρού, και τον τύπο του Σταυρού και το όργανο αυτό του Σταυρού. Διαφορετικά ο σταυρός ήταν καταραμένο σύμβολο. Ήταν η εσχάτη ποινή. Και η πιο εξευτελιστική ποινή για έναν άνθρωπο. Εκεί εσκότωναν, πάνω στον σταυρό, τους δούλους, τους κακούς δούλους, τους ληστές, τους κακούργους.
Και ήταν κατάρα, «ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου». Ήταν καταραμένος αυτός ο οποίος εσταυρώνετο. Δεν ήταν καθόλου θάνατος ας πούμε... εκτός που ήταν θάνατος με όλα τα χάλια του, ήταν και σταυρικός θάνατος. Όμως ο εσταυρωμένος Χριστός, αγίασε και ανάτρεψε αυτή την κατάσταση περί του σταυρού.
¶ Τα βάσανα μας αγιάζουν.
Άρα και στη δική μας ζωή, ο κόπος, ο πόνος, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζομε αφ’ εαυτού τους, δεν είναι καλά πράγματα. Ο εσταυρωμένος Χριστός όμως, είναι αυτός ο οποίος μεταβάλλει αυτά τα μη καλά πράγματα, τα επίπονα, τα θλιβερά, τα δύσκολα, σε αγώνες και καρπούς πνευματικούς. Και έτσι αίρομε το σταυρό μας καθημερινά, και ο σταυρός μας αυτός αγιάζεται όταν εμείς αναφέρομε τη ζωή μας και τον κόπο μας όλον εις τον Χριστό.
Γι' αυτό ο Χριστός είναι που αλλάζει τα πράγματα και μεταβάλλει το πικρό σε γλυκύ, και το σκοτάδι σε φως, και τον σταυρικό θάνατο που είναι επώδυνος και επικατάρατος κάποτε, τώρα σε τίμιον και ζωοποιόν θάνατο ο οποίος φέρει ζωή στον άνθρωπο.
¶ Να χαίρεστε όταν έχετε βάσανα.
Και όντως, μέσα σε αυτή την κατάσταση, πηγάζει η χαρά. Γι' αυτό λέγει ο Απόστολος Ιάκωβος, «πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ...» «... ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις». Να αισθάνεστε ολοκληρωμένη τη χαρά σας, όταν πέσετε σε πολλούς και ποικίλους πειρασμούς και θλίψεις. Και ο Χριστός πάλι μας λέγει ότι, όταν σας συκοφαντούν και σας διώκουν και σας ταλαιπωρούν, τότε «χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε», να έχετε χαρά μέσα σας, γιατί «ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Γιατί η Χάρης ως αντίκρισμα αυτής της δυσκολίας είναι πολύ μεγάλη μέσα στη Βασιλεία του Θεού.
¶ Περίληψη.
Έτσι παιδιά τελειώνοντας και συνοψίζοντας, λέγω ότι, ο άνθρωπος που είναι πλασμένος για να χαίρεται, και έτσι τον έπλασε ο Θεός, και που η αμαρτία και οι πτώσεις του αφαίρεσαν τη χαρά από την καρδιά του και τον βύθισαν μέσα στον πόνο και τη θλίψη και την αγωνία και την ανασφάλεια και το άγχος του θανάτου, ο άνθρωπος αυτός ξαναβρίσκει τη χαρά του, όχι στα κοσμικά πράγματα τα οποία είναι εφήμερα και έχουν ημερομηνία λήξεως και δεν μπορούν να αναπαύσουν τον άνθρωπο, αλλά ξαναβρίσκει τη χαρά του
μέσα στην απόλυτη αυτή σχέση του με τον ουράνιο πατέρα του, τον Θεό, με την παρουσία του Θεού στην καρδιά του, όπου η καρδιά... καρδιά του ανθρώπου γίνεται πλέον χώρος που δέχεται τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που δέχεται τη χαρά αυτή την απόλυτη, η οποία πηγάζει μέσα στον άνθρωπο όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται η συντήρηση των εντολών του Θεού.
Και συναντάμε όπως όλοι οι άνθρωποι, και αμαρτωλοί και οι δίκαιοι, συναντάμε κόπους και πόνους και δυσκολίες πολλές, αλλά η διαφορά έγκειται στο ότι, ο άνθρωπος του Θεού ακριβώς, λόγω της παρουσίας του εσταυρωμένου Χριστού, του Κυρίου μας Χριστού, τότε όλες αυτές οι δυσκολίες μεταποιούνται εις φως αιώνιον και χαράν ανεκλάλητον.
Ενώ ο άνθρωπος που είναι μακράν του Θεού, τις δυσκολίες που έχει, τις... κρατά σαν τα βαρίδια ας πούμε που τα βυθίζουν μέσα στη θλίψη, στην κατάθλιψη, στον πόνο, στην απόγνωση, στην απελπισία, σε εκείνα όλα τα πράγματα τα οποία είναι κόλασης πραγματική και ξέρομε όλοι τι σημαίνει να είσαι απελπισμένος και ταλαίπωρος και να αισθάνεσαι μια διαρκή απόγνωση μες τη ζωή σου. Είναι κόλασης όντως η ζωή του ανθρώπου.
¶ Μόνο ο Θεός ξεκουράζει.
Σήμερα λοιπόν παιδιά όλοι θέλομε να χαρούμε. Έτσι, λέμε να ξεκουραστούμε, να χαρούμε. Και νομίζομε ότι θα ξεκουραστούμε και να χαρούμε εάν κάνομε πράγματα ξεκούραστα και χαρούμενα. Δεν ξεκουράζεται ο άνθρωπος μ’ αυτόν τον τρόπο. Έτσι; Να κάνομε λέμε εξοχικό να πάμε να χαρούμε. Κάμομε και εξοχικό, χρειάζεται και αυτό, αλλά δεν είναι αυτό που μας ξεκουράζει. Μόνον ο Θεός μπορεί να ξεκουράσει τον άνθρωπο. Και μόνον ο Θεός μπορεί να δώσει χαρά
εις την καρδιά του ανθρώπου. Γι' αυτό λοιπόν, όσοι θέλομε πράγματι να είμαστε πάντοτε χαρούμενοι, τότε ας μην κουραζόμαστε σε μάταια πράγματα, αλλά ας κοιτάξομε να βρούμε τη χαρά εκεί που πραγματικά υπάρχει, και εκεί που πραγματικά ο Θεός τη δίνει.
¶ Προσευχή & απόλυση.
Λοιπόν, παιδιά, να κάνομε προσευχή γιατί... [προσευχή & απόλυση]
